Tαξιδωτικη Οδυσσεια με Montesa Cota το 1976

Χειμώνας του ‘76 βρισκόμαστε 2 φίλοι, φοιτητές τότε, με δύο Montesa Cota 123T και πέφτει η ιδέα: Πάμε Βόλο;
Άλλο που δεν θέλαμε. Πέρνουμε μαζί και δύο φίλους και πάμε Μοναστηράκι για εξοπλισμό χειμερινό.
Τα μόνα που υπήρχαν ήταν άρβυλα για το trial και κράνη, οπότε οι αγορές μας ήταν μάλλινες σκελέες, κάλτσες, εφημερίδες και βουρ στην εθνική για Βόλο.
Τα λίγα πράγματά μας κουβαλούσαν οι συνοδηγοί στην πλάτη σε σακίδια πλάτης με αλουμινένιο σκελετό οπότε καταλαβαίνετε για τι κέντρο βάρους συζητάμε…
Ανηφορίζοντας την εθνική κάποιος που έχει ήδη βαρεθεί τις ατέλειωτες ευθείες με 60-70 χλμ/ώρα προτείνει..
Δεν πάμε απο Ριτσώνα να δούμε και την ανάβαση των ραλλυ;
Κάτι που έγινε αμέσως αποδεκτό από όλους βεβαίως βεβαίως…
Ανεβαίνοντας την Ριτσώνα σε μιά στροφή κατέβαινε ένα αυτοκίνητο το οποίο βλέποντας την πρώτη cota φορτωμένη γυρνάει, χαζεύει, ξεχνάει το τιμόνι και έρχεται επάνω μου. Σηκώνω την μηχανή, ξακρίζω και ξαναπλαγιάζω στα όρια κάνοντας τον σταυρό μου να μην κουνηθεί ο συνοδηγός και να κρατήσουν τα λάστιχα την οριακή πορεία που είχα χαράξει. Ευτυχώς όλα κατ΄ευχήν, το cotaκι με έβγαλε ασπροπρόσωπο, στάση για τσιγάρο να πάει η καρδιά στη θέση της και συνεχίζουμε το ταξίδι.
montesa cota 123
Συνεχίζοντας προς τον προορισμό μας ξαναπέφτει η ιδέα… Δεν μπαίνουμε Εύβοια;
Νάμαστε λοιπόν να ανεβαίνουμε προς ορεινή Εύβοια. Όσο το υψόμετρο ανεβαίνει αρχίζουν να εμφανίζονται τα πρώτα χιόνια το ύψος των οποίων μεγαλώνει όσο ανεβαίνουμε, με αποτέλεσμα φθάνοντας στην Άνω Στενή ο δρόμος να έχει γίνει ένα τούνελ με ύψος χιονιού στο πλάι μας 2 μέτρα.
Φθάνοντας κάπου κεντρικά, μάλλον η πλατεία θάταν, βλέπουμε ένα ξενοδοχείο με ταβερνάκι πιό δίπλα.
Μπαίνουμε αναζητώντας δωμάτιο και ο ξενοδόχος μας εξηγεί πως σήμερα το πρωΐ άνοιξε ο δρόμος, ο κοσμος ήταν αποκλεισμένος μέρες, και δεν είχε σεντόνια για να κοιμηθούμε.
Ποιά σεντόνια, του λέμε, γίνεται η σχετική έκπτωση, κουκουλωνόμαστε με τις κουβέρτες, αφού πρώτα φάγαμε ότι είχε μείνει, και ύπνο μέχρι πρωΐας.
Ξυπνώντας το πρωΐ, βγαίνουμε να λύσουμε μιά απορία μας. Μόλις είχαμε φθάσει, σούρουπο, στην πλατεία (;) είχαμε δει κάτι να γυαλίζει δίπλα στα πόδια μας και δεν καταλάβαμε τί είναι.
Το μυστήριο λύθηκε. Στο φως του ήλιου αντικρύσαμε την οροφή ενός …λεωφορείου που είχε αποκλεισθεί και περίμενε να το ξεθάψουν.
Γεμάτοι ενέργεια, κατηφορίζουμε για να συνεχίσουμε το ταξίδι μας. Βγαίνουμε εθνική και παίρνουμε το δρόμο για βόρεια. Δεν περνά καμμιά ωρίτσα και στο βάθος μπροστά μας βλέπουμε μιά μαυρίλα με αστραποβρόντια να μας δείχνει τα δόντια της. Σταματάμε, κοιταζόμαστε, συνειδητοποιούμε ότι με όλο τον εξοπλισμό που φοράμε συν τις εφημερίδες που έχουμε απλώσει μέσα απο τα μπουφάν μας έχουμε αρχίσει να τουρτουρίζουμε, κάνουμε αναστροφή και γυρνάμε Αθήνα.
Περιττό να πω πως μόλις μπήκαμε στο διαμέρισμα πατάγαμε ξυπόλητοι στα πλακάκια και χαιρόμαστε τη ζεστασιά τους.
Μιά εκδρομή που θα μου μείνει αξέχαστη!!!!
 
Του ΓΙΑΝΝΗ ΔΙΚΑΙΟΥ

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.