FLAT TRACK-Ο ΛΟΥΚΑΣ ΜΕΞΗΣ ΜΙΛΑ ΓΙΑ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ

 


   O Λουκάς Μέξης,γεννήθηκε το 1983 στην Αθήνα και στα δεκαέξι του οδήγησε τη πρώτη του μοτοσυκλέτα.Πλέον μένει μόνιμα στην Αυστραλία και μόλις πρόσφατα παρουσίασε το νέο του βιβλίο,Flat Track.Έχουμε τη τιμή θα παρουσιάσουμε το βιβλίο του,να διαβάσετε την εισαγωγή του , αλλά και μια μικρή συνέντευξή του,εν όψει της επίσημης παρουσίασης στην Ελλάδα!

   Το 2011 είχε ένα τροχαίο ατύχημα με τη μοτοσυκλέτα του,όπου έχασε τον αριστερό του αστράγαλο και του πρόσθεσε μια πλάκα στο πόδι με 10 βίδες.’Οταν ξαναπερπάτησε,επισκέφτηκε την Αμερική και μετά πήγε στην Αυστραλία όπου πέρα από τις σπουδές του,έγινε μέλος της Australian Café Racers of Perth .Το ατυχές συμβάν έδωσε το έναυσμα για τη συγγραφή και έκδοση του πρώτου του βιβλίου στα Αγγλικά, που είναι αυτοβιογραφικό ως ένα βαθμό.
   Η νουβέλα πραγματεύεται την ενηλικίωση ενός αγοριού μέσα από τους αγώνες flat track σε οβάλ πίστες,που εμπνέεται από τους θρύλους των δεκαετιών ’60 και ’70 που κράτησαν το πνεύμα των αγώνων μοτοσυκλέτας ζωντανό ως τις μέρες μας.

   Αυτό το αγόρι,ο Gunner Adams στην ηλικία των 23 μόλις έχει αναρρώσει από ένα ατύχημα που του κόστισε τον αριστερό αστράγαλο.Ο θείος του Jim,στέκεται δίπλα του,όπως κάνει από τότε που πέθανε η μητέρα του.Προκειμένου να αγωνιστεί ξανά θα ταξιδέψει στις ΗΠΑ μαζί με την Joya, θα ανακαλύψει άγνωστες πτυχές του παρελθόντος του πατέρα του και να μάθει πώς όταν είσαι στη πίστα,κάτω από τα φώτα που ανεβάζουν τη θερμοκρασία στο χώρο,μετατρέποντας τη σε σάουνα και αναγκάζοντας το δέρμα να ιδρώνει κάτω από τη δερμάτινη στολή,είσαι ολομόναχος.Δεν οδηγάς για κανένα άλλο παρά για τον εαυτό σου.

 ‘You have the best conversations in life with yourself under these lights, while drifting your way through the competition.’

  

-Λουκά,πως βλεπεις το θεμα μοτοσυκλέτα μετα το ατυχημα σου;

-Δύσκολη ερώτηση. Φαντάσου, ενώ το βιβλίο αφιερώνεται στην επιστροφή ενός πιτσιρικά στους αγώνες μετά απο ατύχημα, το ίδιο το ατύχημα αναφέρεται ελάχιστα στο βιβλίο, και δε το είχα προσέξει μέχρι που ένας φίλος που δουλεύει για ένα περιοδικό εδώ το πρόσεξε και με ρώτησε γιατί. Είναι περίεργο πως σβήνει κάποιες στιγμές. Ενώ το ατύχημα μου με κράτησε εκτός για τρεις ολόκληρους μήνες, το μόνο που μου έμεινε είναι μια δυο εικόνες φυσιοθεραπείας και ένα δωμάτιο νοσοκομείου στο μυαλό. Τα άλλα σβήστηκαν. Οδήγησα ξανά μηχανή μετά από έξι σχεδόν μήνες – ουσιαστικά μπήκα πίσω στο χώμα μετά απο ένα χρόνο (με downhill MTB) και ακόμα δεν έχω κάνει ξανά MX. Αλλά να σου πω κάτι; Υπάρχει άνθρωπος με ένα χέρι μόνο που ακόμα οδηγάει στη πίστα μηχανή. Εμείς ποιά δικαιολογία έχουμε; Καμία. Καβαλάμε γιατί δε θα μπορούσαμε αλλιώς.


-Έχεις καποιες επιρροές στη συγγραφή του βιβλίου,και πώς σου ηρθε σαν ιδέα η συγγραφή του;

-Ήταν πρωτοχρονιά, 2012 μόλις είχε μπει, και ήμουν στο σπίτι φίλης που με φιλοξενούσε στη Θεσσαλονίκη. Ήμουν με πατερίτσες και το πόδι μου πονούσε, μόλις 2 μήνες από το ατύχημα. Δε βγήκα. Έβλεπα το ‘On Any Sunday’ και ξαφνικά μου ήρθε όλη η ιδέα. Όλη, όλο το βιβλίο, η αρχή και το τέλος. Έγραψα εκείνο το βράδυ τα 3 πρώτα κεφάλαια. Τη συνέχεια όμως, την έγραψα σχεδόν ένα χρόνο μετά, αφού είχα ζήσει έξι μήνες στην Αυστραλία.


-Yπάρχει περίπτωση να μεταφραστεί στα ελληνικά;

-Δε βρίσκω το λόγο. Πλέον με το internet και τα άπειρα cafe racer blogs σε όλο το κόσμο και το amazon, τα ebooks κτλ, το βιβλίο είναι παγκόσμιο προϊόν. Θα φέρω κάποια αντίτυπα στην Ελλάδα και θα κάνω μια παρουσίαση, μέσα Ιουλίου, αλλά όποιος ενδιαφέρεται το αγοράζει απο ένα απο τα δεκάδες online shops πχ Amazon.

-Πώς επέλεξες τους αγώνες  flat track ως επίκεντρο,τι σε τράβηξε σε αυτο?

-Είναι η αρχή όλων. Η πρώτη μορφή motorcycle racing, τα γονίδια που ξεκίνησαν τα πάντα. Είναι τέλειο, αγνό άθλημα, ταχύτητα και skills. Όταν η πίστα είναι οβάλ τότε όλο  το βάρος πέφτει στη τεχνική. Και είναι το μόνο άθλημα που παραμένει αναλλοίωτο από το 1930 μέχρι σήμερα.

-Τα άλλα βιβλία σου είναι μοτ/κα;

-Όχι, αλλά είναι έμμεσα το δεύτερο, το Shoot Me [ένα τελευταίο κλικ], μιας και μιλάει για έναν φωτογράφο που αλλάζει τη ζωή του ριζικά επιστρέφοντας στην Ελλάδα μετά από μια αποτυχημένη σχέση και το μόνο που τον κρατά είναι μια παλιά Husqvarna που φτιάχνει. Επίσης έχω και ένα ακόμα ελληνικό βιβλίο που περιμένει την έκδοση του, και έχει και αυτό να κάνει με μια παλιά μηχανή και έναν συλλέκτη. Τα βιβλία μου αν και δεν είναι αμιγώς μοτοσυκλετικά, έχουν στοιχεία πάντα των δυο τροχών.

-Πώς ειναι τα πράγματα στην Αυστραλία οσον αφορά το ρεύμα των cafe racer κλπ customized μοτ/των;

-Αυτό δε χωράει σε μια απάντηση, θέλει βιβλίο. Τι να πρωτοπώ… Κοίτα, εδώ ξεκίνησαν όλα σε αυτό το νέο κύμα Cafe Racer Society. Αν δεν ήταν πριν 15 χρόνια οι Deus δε θα είχε γίνει τόσο μεγάλο όλο αυτό. Τώρα τους καλούν να προτείνουν σχέδια για τις νέες BMW, έχουν εξαπλωθεί παντού. Είναι φανταστικό ότι είμαστε μια οικογένεια, ΚΑΝΟΝΙΚΗ οικογένεια. Ο ένας βοηθάει τον άλλο, και μιλάμε για ανθρώπους κάθε λογής, στάτους, όλα. Ο ένας βοηθά στο φτιάξιμο της μηχανής του άλλου, ξαφνικά βρίσκεσαι σε μια άλλη πόλη και ένα post μετά έχεις μηχανή δανική, να μείνεις κάπου, τα πάντα. Εδώ αγαπάμε τις μηχανές και είμαστε όλοι revheads. Δεν καταλαβαίνεις πόσο συχνά φτιάχνουμε πράγματα με τα χέρια μας. Εγώ σκέψου όσο ήμουν εδώ πήρα 3 μηχανές unregistered και έφτιαξα και πούλησα σε ούτε ένα χρόνο. Κάνουμε βόλτες χιλιομέτρων, αλλά μη φανταστείς ότι συγκρίνονται με την Ευρώπη. Εδώ βρίσκεις ΜΙΑ στροφή και χαίρεσαι. Ατελείωτες, βαρετές ευθείες. Και δεν έχεις να δεις κάτι, απλά οδηγάς. Πίστεψε με, δεν είναι ούτε Ευρώπη να είναι πολυδιάστατη, ούτε Αμερική να είναι περίεργη. Είναι απλά δρόμοι στην έρημο. Αλλά έχεις όλα τα άλλα, I guess…

   Στην Αθήνα,έχει προγραμματιστεί επίσημη παρουσίαση της έκδοσης στο SIX DOGS στην Αθήνα στις 11 Ιουλίου και όσοι θέλετε μπορείτε ελεύθερα να παρευρεθείτε!

 

Ακολουθεί απόσπασμα από τον πρόλογο,έτσι,για να πάρετε μια γεύση!

It had always been about bikes. Motorbikes, that is. Back when Gunner and his friends were still in school, no one really cared so much about when they would lose their virginity as when they would get the chance to ride a two-wheeled fossil-fuelled machine for the first time. For Gunner, that day was a turning point in his life, an effect after a powerful cause, that being the unfortunate and sudden death of his mother. He was only a few days away from his thirteenth birthday when he lost his motorcycle virginity. He was just a kid.
Gunner Adams had never been a mischievous boy. He would always sit quietly in a corner doing his homework or drawing on paper. Studying and sketching, that was what he knew how to do and that was what he did.
But after he moved in with his uncle, he was introduced to a whole new world where suspension systems, four-stroke engines and RPM gauges reigned. This was not surprising, since his uncle owned one of the few custom-bike garages in Santa Rosa, California. At first, it was mere curiosity he felt, which soon turned into adoration and finally, love. Back in his hometown of Evansville, Indiana, Gunner had never had the chance to observe such machines up close. He had never had the chance to twist bolts on an engine cover of a Japanese import bike or a seductive Italian café racer. Far from it, he had only handled his pens and pencils, and the empty hooch bottles his mom used to drain twenty-four-seven.

That had been life for young Gunner. But in Jim’s Garage, a new one presented itself and he was drawn to it like a moth to the flame. He was still afraid to really get into the whole mechanical side of it. He felt he would first have to study the subject for the equivalent number of years a brain surgeon would require, before he had the knowledge to actually split an engine in two. So he didn’t. Instead, he just observed Uncle Jim, his every move and breath over the bikes, trying to soak up every drop of knowledge. For a thirteen-year-old boy who had just lost his mother, that was enough. Or so he thought.
Six months had gone by since Gunner set foot in Sonoma County and his uncle was working on a restoration of a beautiful British trials bike, a Triumph Trailblazer 250. A simple bike consisting of just the basics, some pretty metal touches with a sophisticated aura from a much more civilized era, the seventies. Gunner fell in love with that bike from the first moment he laid eyes on her. He could not understand why he felt like that about a machine, but he did, and that was enough to make him start drawing pictures of it. Two months went by and the bike was like new.

“As good as it could ever be,” his uncle always said to any potential customer. Jim did take pride in that. That night, he made the final check on all the bolts on the peripheral parts, fired up the engine, revved it a few times and then let the British bike rest till the next day which was delivery day. But that night was to be Gunner’s first ride. He waited for his uncle to lock up the garage and walk the mere thirty feet back to the house which stood on the same grounds. He knew his uncle’s routine off pat, and if everything went as usual, for the next twenty minutes Uncle Jim would be taking a long shower trying to get rid of the oily smell from
his body. It was more than enough for one quick ride around the block. Yes, that would be enough for him, enough to brag about the next morning in school to his new classmates. It would suffice. He walked quietly around the corner and lifted the garage door just a tad so that he could squeeze under and enter the main hall. He knew that if he lifted it all the way up the noise would eventually reach Jim’s ears. He didn’t want that, obviously.

The Triumph Trailblazer was there, waiting to spring to life again under the guidance of his owner who would be arriving the next morning to take the motorcycle back home. Nope, now the master was Gunner and he had a burning desire to ride this machine; he had to understand what all the fuss was about with these two wheels. How difficult could it be? He understood the basics of gear shifting; he had practiced enough – at least a dozen times- when the bike was idle. Plus, he rode a BMX like a professional. What’s so different about an engine in the middle? Piece of cake, he thought and took a deep breath before setting his grand master plan in motion. He pulled the back door up and pushed the bike out, carefully so as not to make too much noise. The grounds had no perimeter fence, no nothing; the road was just in front of him. Gunner lifted his right leg and mounted the machine. Seconds later, the kick-starter was in place, waiting to give the needed spark to the plug, to fire up this piece of metal. The first attempt was a failure. The second, as well. The third felt like something was going right but Gunner had no idea what that was. He pushed the starter lever slowly to the ground until it could be pushed no further. It needed force, and with as much power as he could muster he did what had to be done. The bike sprang to life. He revved the engine withcontent, turned on the lights and held the clutch until he could set it into first gear.

The idea was that he would stay on first for a whole ride around the building and return the bike in one piece. That was the plan. He started letting the clutch go when the rear wheel started to push the motorcycle forward. It was slow at first, but unfortunately, this tranquility lasted only for a few seconds. The bike, all too quickly, gathered speed and was cruising on the road, while Gunner was trying to swallow all the adrenaline he felt gathering under his tongue. Too late. As soon as he had to turn left, the rear wheel slipped out from under him and the Trailblazer crashed heavily onto the road. As did Gunner.
His uncle found him moments later trying to lift the heavy bike up again. He noticed that the kid’s nose, which had hit the ground along with the rest of his face immediately after he had lost control, was bleeding like a stuck pig. Uncle Jim held his breath and tried not to explode in Gunner’s face. He knew that the kid had a lot on his mind, he was, after all, parentless and that meant special treatment at such a fragile age. He picked up the bike and pushed it back to the garage. Gunner stood frozen, unaware of the damage he had caused. He followed silently holding his head back, trying to slow the blood gushing from his nose. It was definitely broken but Jim had no time to take him to hospital. He put some bandages around Gunner’s head and told him to lie down. He would have to ground him for months to come and he told Gunner he was getting nowhere near another motorcycle. Jim was going to have to fix the bike as soon as he could because it was due for delivery the next morning and Lord knew how much that was going to cost him. He lost a couple of hundred bucks that night and a good customer. That same night,
Gunner acquired his crooked nose from that minute-long joyride, but not only:
He had found a purpose….

 

Leave a Reply

Your email address will not be published.

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.